Η Αναγέννηση του Κολάζ

Την άνοιξη του 1912 ο Picasso στο έργο του Still Life with Chair Caning, αντί να ζωγραφίσει το πλέγμα της καρέκλας, έκοψε ένα κομμάτι μουσαμά τυπωμένο με το μοτίβο ενός πλέγματος και το κόλλησε στο έργο του. Το κολάζ, στη μοντέρνα έννοια του είχε γεννηθεί και κυριάρχησε σε όλες τις μορφές της τέχνης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ο G.L.Ulmer στο βιβλίο του The Object of Post-Criticism  του 1983 θεωρεί ότι ‘το κολάζ είναι η μοναδική, ακραία επαναστατική φορμαλιστική καινοτομία στην αναπαράσταση μέσω της τέχνης που σημειώθηκε στον αιώνα μας’, επίσης ότι ‘είναι ένα πρωτοφανές εξαιρετικής σημασίας βήμα να φέρουμε την τέχνη και τη ζωή κοντύτερα έτσι ώστε να αποτελούν μια ταυτόχρονη εμπειρία’.

Αν κάποιος αμφιβάλει για τη σπουδαιότητα του κολάζ σαν μέσο εικαστικής έκφρασης δεν έχει παρά να δει τα γλυπτικά κολάζ του Picasso ‘Bull’s Head’ [1942] και ‘The Woman with a Key’ [1954] που με την λιτότητα και τον δυναμισμό τους επιβεβαιώνουν την μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη.

Ο Jeffrey Deitch στο κείμενο του ‘Η Κουλτούρα του Κολάζ’, που έγραψε με αφορμή την έκθεση Monument to Now του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ αναφέρεται στην αναβίωση του κολάζ στο χώρο της μουσικής στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 και σε καλλιτέχνες όπως οι Diego Cortez, Keith Haring και Jean-Michel Basquiat, που λειτούργησαν ως ‘συνδετικοί κρίκοι μεταξύ των διαφόρων μουσικών σκηνών, αναμιγνύοντας το hip-hop και το γκράφιτι του Νοτίου Μπρονξ με τον κόσμο της τέχνης, του punk rock και της κουλτούρας του χορευτικού γκέι κλαμπ του κέντρου της πόλης’. Μας περιγράφει επίσης το στούντιο του Jeff Koons σαν ‘ένα εργοστάσιο του κολάζ’ με σωρούς φουσκωτών παιχνιδιών, διαφημιστικά φυλλάδια, φωτογραφίες, πλήθος οπτικού υλικού που σκανάρεται, περνάει από επεξεργασία, χύνεται σε καλούπι, σχεδιάζεται, ζωγραφίζεται  με το χέρι και ενσωματώνεται στα ζωγραφικά έργα ή τα γλυπτά του καλλιτέχνη για να δημιουργηθεί το τελικό προϊόν.

Ο Σουηδός Per Wizen (1966) συμμετείχε στην έκθεση Gods becoming Men του Μουσείου Φρυσίρα και παρουσίασε έργα ψηφιακού κολάζ μεγάλων διαστάσεων βασισμένα στο έργο του Paolo Uccelo. Ο καλλιτέχνης ακολουθεί μια χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία παραγωγής. Τα έργα βασίζονται σε αποκόμματα κομμένα από εκατοντάδες αντίγραφα έργων σε βιβλία. Τα κολάζ που δημιουργεί υποβάλλονται σε ψηφιακή επεξεργασία για να εξαλειφθούν οι διαφορές στη φωτεινότητα και οι σκιές, καθώς και τα σημάδια από το ψαλίδι, πριν τυπωθούν σε φωτογραφίες σε μεγαλύτερα μεγέθη.

Σημαντικοί σύγχρονοι καλλιτέχνες με διεθνή αναγνώριση έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα εικαστικού κολάζ κάθε μορφής, αλλά θα περιορίσω την αναφορά μου σε Έλληνες δημιουργούς όπως οι Κώστας Τσόκλης, Λουκάς Σαμαράς, Αλέξης Ακριθάκης, Γιώργος Λαζόγκας, Νίκος Χαραλαμπίδης, Νίκος Τρανός, Τάσος Παυλόπουλος, Γιάννης Λασηθιωτάκης και πολλοί  άλλοι.

 Ο Θεόφιλος Κατσιπάνος (1975), νέος ταλαντούχος ζωγράφος που παρουσιάζει τη δουλειά του τον Μάρτιο στην πρώτη ατομική του έκθεση στη Γκαλερί 7, έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με το κολάζ, αν και είναι καθαρός ζωγράφος, χρησιμοποιεί δηλαδή καμβάδες, λάδια και πινέλα.

Στην έκθεση των πτυχιούχων στα εργαστήρια της ΑΣΚΤ το 2001 έδειξε και μερικά έργα κολάζ μικρών διαστάσεων. Έδειχναν πολύ πρόχειρα φτιαγμένα (η εντύπωση του τυχαίου), στραβοκομμένα χρωματιστά χαρτάκια με ελάχιστες ή καθόλου σχεδιαστικές επεμβάσεις, δημιουργούσαν ανθρώπινες φιγούρες τα περισσότερα, μοναδικά, ξεχωριστά, αριστουργηματικά. Φαίνεται ότι και ο ίδιος ο ζωγράφος συνεχίζει να εκτιμά αυτά τα έργα γιατί τα έχει φωτογραφίσει και συμπεριλάβει στη ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Για τους περισσότερους ζωγράφους  τέτοια έργα πρώιμης δουλειάς είναι ένα παιχνίδι που σπάνια επαναλαμβάνεται.

Σε μία σειρά έργων που ακολούθησαν ο ζωγράφος χρησιμοποιεί παλαιούς ζωγραφισμένους μουσαμάδες και είτε διατηρεί ίχνη από την αρχική ζωγραφιά ή ενσωματώνει στο έργο του ακόμα και ολόκληρα παλαιά έργα λαϊκών ζωγράφων. Πάντα με σεβασμό στο αρχικό έργο που αποτελεί και πηγή έμπνευσης και καθορίζει και τη μορφή του νέου έργου. Ένα ξεχωριστό έργο αυτής της σειράς είναι ο ‘Κυνηγός’, λάδι σε καμβά μεγάλων διαστάσεων, όπου το έργο πλαισιώνεται από δύο παλαιές διακοσμητικές ζωγραφιές που εικονίζουν ελάφια στο δάσος. Ίσως ακούγεται γραφικό αλλά δεν είναι. Το έργο που προέκυψε είναι δυνατό, σύγχρονο και επιδέχεται πολυεπίπεδη ανάγνωση. Απέσπασε μάλιστα ‘Έπαινο’ στον 1ο διαγωνισμό Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ζωγραφικής του Μουσείου Φρυσίρα.

Η λογική του κολάζ ακολουθεί τον Κατσιπάνο και στα καθαρά ζωγραφικά έργα του. Καλοζωγραφισμένα σώματα και αντικείμενα που θυμίζουν να έχουν κοπεί από περιοδικά, ανθρώπινα μέλη ακρωτηριασμένα με την ακρίβεια που κόβει το ψαλίδι το χαρτί, σκορπισμένα στο μουσαμά, κόντρα στο νόμο της βαρύτητας και στους κανόνες της προοπτικής, με σαφείς αναφορές στα ζωγραφικά κολάζ του Pat Andrea, το έργο του οποίου έχει γνωρίσει. Μπορεί ο Κατσιπάνος να τεμαχίζει το σώμα αλλά σέβεται το πρόσωπο και τη σάρκα. Πρόσωπα αψεγάδιαστα, μακιγιαρισμένα, με χαμόγελα που θυμίζουν διαφήμιση οδοντόκρεμας. Πρόσωπα σημερινά, της πλατείας και της καφετέριας.

Τα τελευταία του έργα είναι σίγουρα και τα πλέον σημαντικά. Η σύνθεση έγινε πολύπλοκη, τα πρόσωπα πιο δραματικά. Υπάρχει ο μύθος και το συναίσθημα. Οι φιγούρες συχνά θυμίζουν άλλες εποχές, άγνωστο αν είναι προηγούμενες ή μελλοντικές. Ξενόγλωσσες φράσεις, όπως ‘The King of Color’, ‘Have a Look’, ‘Santa Puta’ έχουν προστεθεί σε ορισμένα έργα. Ανήσυχος πολύ ο νεαρός ζωγράφος. Συνέχεια μετράει τις δυνάμεις του. Θέλει να καλύψει όλη την Ιστορία της Τέχνης μέσα σε λίγους μήνες. Και καλά κάνει. Το κοινό σημείο της τελευταίας του δουλειάς;; Όλα τα έργα έχουν την ‘αύρα’ ενός νέου ασυμβίβαστου ζωγράφου την εποχή που οι λαοί έρχονται πιο κοντά, που οι πόλεις είναι ένα κολάζ ανθρώπων, πολιτισμών, ήχων, γεύσεων. Την εποχή της δορυφορικής τηλεόρασης και των κινητών τηλεφώνων, των παραθύρων στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στις τηλεοράσεις.
Αν είχα την επιμέλεια της έκθεσης του Θεόφιλου Κατσιπάνου θα του πρότεινα να δημιουργήσει στη γκαλερί με τα έργα του μια εγκατάσταση-κολάζ.


Χρίστος Χριστοφής