«...Cry like a parrot, chatter like an ape».

Το εργαστήριο του Θεόφιλου Κατσιπάνου, βρίσκεται στο τελευταίο πάτωμα ενός παλιού σπιτιού της Κυψέλης. Την ημέρα που ανέβαινα τα ξύλινα σκαλιά για να δω τη δουλειά του, είχα την άβολη αίσθηση ότι το να γράφεις για την πρώτη ατομική έκθεση ενός ζωγράφου, αποτελεί μια κάπως επικίνδυνη ευθύνη. 

Αλλά το εργαστήριο του Κατσιπάνου, έμπλεο έργων, βιβλίων, αποκομμάτων, φωτογραφιών και υπαινικτικών για τη δουλειά του αντικειμένων, βάζει από μόνο του τα πράγματα στη θέση τους. Γιατί μιλά εύγλωττα για κάποιον που γνωρίζει τι τον κεντρίζει, και έχει την ικανότητα να το αρθρώνει, με ξεκάθαρο σχέδιο, αποφασιστικό χρωστήρα, και λόγο εξίσου διαυγή. Για τον γράφοντα, απομένει η πρόκληση.  

-Πώς καταπιάνεται για πρώτη φορά με τη ζωγραφική  ένας νέος ζωγράφος;
«Με μια κουτουλιά», μου απαντά ο Κατσιπάνος. Μου αφηγείται πώς έγινε ρέκτης εικόνων τυχαία, όταν μια μέρα μπήκε από απλή περιέργεια στη δημοτική βιβλιοθήκη του Αγρινίου όπου ζούσε, χρησιμοποιώντας τη δανειστική κάρτα μιας φίλης. Ξεκίνησε τότε ένα παραμιλητό, που κράτησε αρκετές εβδομάδες. Πυρετική και λαίμαργη ανάγνωση νεόκοπου αναγνώστη, στερημένου για χρόνια από τη γεύση της. Υπερτροφία με λογοτεχνικά χωρία και προπαντός, εγχειρίδια ζωγραφικής. Χωρίς εξήγηση. Για αρχή, ο απαγορευμένος από το πατρικό σπίτι Καζαντζάκης, ο άυλα παραστατικός Γουναρόπουλος, η σουρεαλιστική μυθολογία του Εγγονόπουλου. Για τη συνέχεια, Άγγλοι και Ισπανοί.
Κάπου τότε, προκύπτουν και τα πρώτα μικρά σχέδια. Μια Κυριακή απόγευμα στο Αγρίνιο,
που τη θυμάται ακόμη, τελείωσε ένα φορτισμένο σχέδιο με στυλό, και ήξερε ξαφνικά, ότι αυτό που είχε στο μυαλό του ήταν ολόκληρο εκεί. Η επίγνωση αυτή, αρκούσε για τα επόμενα.

Τα ζοφερά αναγνώσματα που έθρεψαν εκείνα τα κυριακάτικα απογεύματα, είναι ακόμη εδώ. Στον Κατσιπάνο αρέσει να αφηγείται ιστορίες. Το αγαπημένο μου έργο από τα τωρινά, ένα δωμάτιο ανοιχτό στον θεατή, όπου η χροιά των διαφορετικών πράσινων παίζει παράξενα παιχνίδια: το γυαλιστερό βινύλιο του καθίσματος, ακουμπά στο χλοερό πράσινο του εδάφους. Το μέσα γίνεται έξω. Η ανδρική φιγούρα κλωτσά με τα ανοιχτά της πόδια ένα ξαπλωμένο σκυλί. Ή μήπως όχι; Στον Κατσιπάνο αρέσει εξίσου το παιχνίδι των αντιφάσεων. Στο πλαστικό να φυτρώνει η χλόη. Το σκυλί να τρέπεται στο κουφάρι ενός εφιάλτη, ακαθόριστου σχήματος. 

Η αφήγηση του αλλόκοτου συνεχίζεται. Σε μια από τις μεγαλύτερες συνθέσεις, τα ελάφια μιας ξεθωριασμένης παράστασης που αποκολλήθηκε από κάποιο τοίχο, οσμίζονται πρώτα το ανθρώπινο θήραμα, και αποχωρούν έγκαιρα από τη σκηνή της εξόντωσής του. Οι όροι του κυνηγιού ανατρέπονται.
Αλλού, δυο χέρια ψηλαφίζουν τον λαιμό μιας νέας γυναίκας. Το πρόσωπό της, βαμμένο σε ένα απόκοσμο μπλε. Η ηδονή, συγγενεύει με τα συμπτώματα της επιδημίας. Ο Κατσιπάνος μου περιγράφει μια φωτογραφία από το Νational Geographic: ένας γιατρός που εξετάζει μια γυναίκα, φορέα του AIDS, με την ίδια κίνηση. Μια γαλαζωπή φωτεινή εστία στο φαιόχρωμο βραδινό τοπίο ενός μπαρ, ορίζει τη συνέχεια. Αυτά τα πορτρέτα δεν είναι ωραία. Αλλά η ασχήμια τους, έχει ένα ποιητικό σχεδόν εκτόπισμα.

Μια γυναίκα με τραπουλόχαρτα στα χέρια, γλιστρά πίσω από τον καθρέφτη, και εισέρχεται σε μια χώρα θαυμάτων. Το μη πραγματικό, ορίζεται από ένα γραμμικό ουράνιο τόξο σε χρώματα pantone, που ακυρώνουν το περιρρέον φάσμα του γνώριμου οπτικού πεδίου. Θραύσματα του πραγματικού, μια γάτα ανεβασμένη σε ένα δένδρο και ένας μικρός πίνακας, που ακουμπούν σαν σχισμένα κομμάτια ταπετσαρίας στις παράλογες τεθλασμένες των χρωμάτων του βάθους, κι οι ενδείξεις πραγματικότητας που μεταφέρουν, αναστέλλονται. Έτσι κι αλλιώς, η Αλίκη δεν κατοικεί πια εδώ. 

Ο Otto Dix έγραψε κάποτε, ότι στη ρίζα κάθε καλού πορτρέτου υπάρχει ένα όραμα. Στα έργα του Κατσιπάνου, οι εικόνες σχεδιάζονται και φτιάχνονται παράλληλα με το μύθο. Καθώς αποδομείται ο κοινός τόπος της πραγματικότητας, η αίσθηση του ιλίγγου επανέρχεται στα περισσότερα έργα. Οξείες γωνίες, ανεξήγητες τεθλασμένες, πολλαπλοί άξονες, αιχμηρά βουνά χρώματος, επιθετικές ρίζες, μεταλλαγμένοι σωλήνες, ονόματα, επιγραφές και πηχαίοι τίτλοι πρωτοσέλιδων, κολλάζ ματαιότητας με αψεγάδιαστα πρόσωπα, ψαλιδισμένα βίαια σχεδόν, από γυαλιστερά εξώφυλλα, κατακλύζουν την επιφάνεια του πίνακα. 

Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη. Τα ανθισμένα σταυροθόλια ενός παράξενου ουρανού, κυκλώνουν μια από τις μεγαλύτερες   συνθέσεις. Αλλού, χάρτινοι ήρωες στρογγυλοκάθονται σε φαρδιές πολυθρόνες, καταλαμβάνοντας τη θέση ενός αλαζόνα μονάρχη. Ένα Ecce Homo με δυτικοευρωπαϊκές καταβολές, κρύβεται πίσω από τα επιθετικά κίτρινα της τολμηρής σύνθεσης και τα μπροκάρ υφάσματα ενός παρακμιακού νυχτερινού θιάσου. Στο έργο «Painter of holly icons», η ανάμνηση του Bruegel, συνδιαλέγεται με την αισθητική μιας χάρτινης κινέζικης εικόνας. Η «Santa Putta», ενδύεται τη μελαγχολία και παραδίδεται στους άνδρες από λύπηση. Ο άνθρωπος με το ψηλό καπέλο, περιμένει την καταιγίδα σε ένα αλληγορικό τοπίο γεμάτο οιωνούς. Παντού μάτια. Παντού σκυλιά. Ο ηδονοβλεψίας με το γαλάζιο σωλήνα μας προκαλεί να κοιτάξουμε κλεφτά: «Have a look»... Στην ερωτική σκηνή ή τη ζωγραφική; Μάλλον το δεύτερο.

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά αργότερα, θυμάμαι τους στίχους του T.S. Eliot. Με αυτούς παρότρυνε τον Lucian Freud να μεταμορφωθεί, να κλάψει και να ουρλιάξει με τρόπους ανορθόδοξους, για να δημιουργήσει τέχνη:

«And I must borrow every changing shape
To find expression – dance, dance,
Like a dancing bear,
Cry like a parrot, chatter like an ape».*       

Είμαι σχεδόν σίγουρη, ότι και οι ήρωες του Κατσιπάνου τα βράδια, πηδούν από το τελάρο, αλλάζουν σχήμα, κλαίνε σαν παπαγάλοι και φλυαρούν σαν πίθηκοι. Αυτό όμως, μάλλον δεν θα το αποδείξει κανείς.

 Ίρις Κρητικού
Μάρτιος 2005


* «Πρέπει να δανειστώ κάθε σχήμα που αλλάζει/ Για να βρω την έκφραση – να χορέψω, να χορέψω, / Σαν αρκούδα που χορεύει, / Να κλάψω σαν παπαγάλος, να φλυαρήσω σαν πίθηκος».