Ο παραδοξογράφος χρωστήρας του Θεοφίλου Κατσιπάνου

Όλα συμβαίνουν στα γρανάζια του παράδοξου, σε μια ζώνη λαμπρά επινοημένη και συνάμα αυτόνομη, αυτόβουλη, αυτοτροφοδοτική. Και, πάντως, συμβαίνουν στο ημίφως που ως ψυχοσκηνική συνθήκη υποθάλπτει εξ ορισμού την παραμορφωτική παρέκκλιση, την αναστάτωση του θυμικού.  Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς από την όποια εμπειρία με τη ζωγραφική του Θεοφίλου Κατσιπάνου.

Σαν αποσπάσματα  σκοτεινών μύθων και δυσείκαστων  πέφτουν επάνω μας οι εικόνες του συμπαρασύροντας μας σε ένα άκρως γοητευτικό παιχνίδι –ή μήπως δεν είναι μόνο παιχνίδι;- που τα όρια του είναι όρια του ονείρου και του ελεύθερου συνειρμού,  άρα μιας πραγματικότητας που υπάρχει ως αναγκαιότητα μέσα και πίσω από την πραγματικότητα τον ορθών κωδίκων και τον καθαρών αισθήσεων. Η συχνή καταστρατήγηση  του κανόνα της αναλογίας, η άναρχη ωστόσο, πειστική  προοπτική, η σύνταξη ετερόκλητων στοιχείων  που στην πύκνωση τους αρθρώνουν ένα λόγο ασθμαίνοντα, αυτά και τόσα άλλα εικαστικά τερτίπια και ιδιόλεκτα  στηρίζουν τις συχνά ρηξικέλευθες προτάσεις  του  Κατσιπάνου προσδίδοντας τους συνοχή και αναγνωρίσιμη ταυτότητα.

Στην αποσπασματική μυθοπλασία  του  Κατσιπάνου μπαίνεις μέσα από δίοδο μυστική, υπόγεια, για να διαπιστώσεις πως στα ζωγραφικά παιδία του δεν υπάρχει τίποτα το εφησυχαστικό, πως η σιωπή που τα διαπερνά είναι βουερή, σχεδόν απόκοσμη. Μια συνεχής ένταση και γρήγοροι ρυθμοί, καλπάζοντες, μεταπλάθουν διαρκώς την εικόνα, έτσι που, ενώ της εξασφαλίζουν έντονη αφηγηματικότατα, την κάνουν να αντιστέκεται σε ευθείες ερμηνευτικές αναγνώσεις. Κι αυτή ακριβώς μοιάζει να είναι η πονηρή πρόθεση του ζωγράφου, να αποκαλύπτει δηλαδή με τρόπο κρυπτικό, ή να αποκρύπτει φανερώνοντας.

Μορφές και σύμβολα, μεμονωμένα ή στην σύνθεση τους, σε χώρο  πλούσια σκηνογραφημένο ή ουδέτερο και αφαιρετικό, προτρέπουν τον θεατή προκλητικά να γίνει μυθοπλάστης, σε τροχιά παράλληλη με τον ζωγράφο-μυθοπλάστη, τον αινιγματικό αυτουργό που όμως κι αυτός  παρασυρμένος από τη δίνη των ίδιων  των ζωγραφημάτων του, αφομοιωμένος, λες, απ΄ τη δυναμική τους, δύσκολα θα υπεράσπιζε με τεκμηριωτική διαύγεια τα όσα συμβαίνουν στον καμβά.

Η αυτονόμηση του έργου από το δημιουργό του – εδώ πρώτιστα θεματική –είναι συχνά κριτήριο  καλής τέχνης. Και σε μια τέτοια αυτονόμηση ποντάρει ο Κατσιπάνος. Το αντρικό κορμί, για παράδειγμα, που οριζοντιωμένο ίπταται  αβαρές, δεν προδίδει  αν οι προθέσεις του  χρωστήρα  γέρνουν προς μεταφυσική ή προς ταχυδακτυλουργία μεριά.

Και πώς να διαβάσεις τη σκιαγραφία του χειμωνιάτικου άντρα με κεραυνό στο υψωμένο χέρι, όταν στο άλλο άκρο της εικόνας, κάτω από γιγαντιαία άνθη, δυο ανθρώπινες φιγούρες σκύβουν  στη συνοπτική  μικρογραφία πόλης που μοιάζει με παιχνίδι κύβων;

Και το ζευγάρι πάνω στην στέγη του σπιτιού που μοιάζει χαρτονένιο; Κι όλες αυτές οι αναμετρήσεις του έμβιου με το αρχιτεκτονημένο, του αρχιτεκτονημένου με το φυσικό τοπίο, του τόπου με την ουτοπία, του ρεαλιστικού με το φανταστικό και οραματικό, πόθεν πηγάζουν και που εκβάλλουν;

Έτσι με αφετηρία της εικαστικές προτάσεις του Κατσιπάνου μπορεί κανείς να ασκηθεί κατά βούληση στη μυθοπλασία, ο μύθος όμως θα κατοικεί πάντα κάπου αλλού, ακόμη κι έξω από τον καμβά. Κι ό,τι ξεφεύγει, αντιστεκόμενο στην ερμηνεία, είναι αυτό που δίνει ιδιαίτερο νοηματικό βάθος στην εικόνα, αινιγματική και υποβλητική συνάμα – στοιχειό που καλλιεργεί τεχνηέντως ο χρωστήρας του Καστιπάνου.

Ένας χρωστήρας τολμηρός, νευρώδης και σφριγηλά νεανικός που ξέρει να διεξέρχεται την ιστορία της τέχνης, τα λογής καλλιτεχνικά ρεύματα, μπολιάζοντας χαρακτηριστικά την αναγεννησιακά άψογη επιδερμίδα του προσώπου με την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του κορμιού, του οποίου η ανατομία συμπτύσσεται ή αναπτύσσεται υπέρμετρα  για να ταράξει το οπτικό και, συνεκδοχικά, το υπερκείμενο ή υποκείμενο νοηματικό πεδίο.

Μπολιάζοντας σύμβολα και εικονιστικές μονάδες παρωχημένων εποχών (ή και μελλοντικών;) με ό,τι πιο παλλόμενα συγκαιρινό, δικό μας, πότε με τη  λογική του κόμικς και πότε του κολάζ, όπου ενσφηνώνονται κοφτερές ακόμη και ξενόγλωσσες επιγραφές-σήματα.

Την ψυχογραφική δεινότητα του Κατσιπάνου αναδεικνύουν  με ιδεώδη τρόπο τα κεφάλια των μορφών του, στα οποία και εστιάζει με μια σχεδόν ναρκισσιστική εμμονή ο χρωστήρας. Πρόκειται για ζωγραφικές ενδοσκοπήσεις  σε  ψυχισμούς περίκλειστους,  που «φοριούνται» εν είδη μάσκας, άλλοτε σιωπηρής κι άλλοτε πάλι υπεροπτικής, γκροτέσκας η παγερά αινιγματικής.

Έτσι, μέσα στη λαβυρινθώδη αφηγηματικότατα  των τεκταινόμενων  επί του καμβά, η ανθρώπινη  φιγούρα, σε μια ζωγραφική απροκάλυπτα ανθρωποκεντρική, κρατά σταθερά  τον ερμηνευτικό μίτο, αφήνοντας όμως σε μας το ατελέσφορο ξεμπέρδεμα του.  Η συχνά μεγεθυντική απομόνωση της σε πορτραίτα, με υποτυπώδες ή καθόλου σκηνικό περιβάλλον, εικονογραφεί εμβληματικά τον ιδιότυπο  ανθρωποκεντρισμό του Κατσιπάνου.  Όμως κι αυτές οι φιγούρες – πορτραίτα, που μας καρφώνουν τις περισσότερες φορές κατάματα, απαιτητικά  ή και ανελέητα, θαρρείς  και είναι εκπεσόντα μέλη  του ίδιου μεγάλου θιάσου που μας συνήθισε σε περίπλοκα μυθικά δρώμενα. Αυτοπαρουσιάζονται   για να μας εκμυστηρευθούν  ένα μικρό κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας  ή  απλός να υπερασπισθούν το δικαίωμα τους στη σιωπή. Μπορεί μια μέρα να επανέλθουν σε κάποια από τα μελλοντικά έργα  του Κατσιπάνου, να στίξουν με την παρουσία  τους πολύπτυχες αφηγήσεις. Μπορεί όμως και όχι, ακολουθώντας  την τροχιά  των διαττόντων.

Τα πάντα είναι δυνατά με τον ευφάνταστα παραδοξογράφο χρωστήρα  του Θεόφιλου Κατσιπάνου

Χρήστος  Μπουλώτης
Αρχαιολόγος στην Ακαδημία Αθηνών.
Διδάσκων στην ΑΣΚΤ